συμφέρει


συμφέρει
1. απρόσ., είναι επωφελές, χρήσιμο: Δεν τον συμφέρει να πουλήσει τα προϊόντα του σ' αυτή την τιμή. – Συμφέρει στο κόμμα μας να γίνουν τώρα εκλογές.
2. (προσωπ.), είναι προς όφελος κάποιου: Πολλοί πιστεύουν πως δε συμφέρουν στην Ελλάδα οι όροι σύνδεσής της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.